Εφημερίδα της ανεξάρτητης Αριστεράς

Ταξική αναμέτρηση ενάντια στην εξαθλίωση


Το μνημόνιο 2 και όσοι «εφαρμοστικοί νόμοι», υπουργικές αποφάσεις και διατάγματα της σύγχρονης χούντας της αγοράς το συνόδευσαν τις τελευταίες μέρες σχετικά με τη βίαιη συντριβή των μισθών, των συντάξεων και των συλλογικών συμβάσεων στον ιδιωτικό τομέα, δημιουργούν αντικειμενικά και υλικά μια εντελώς νέα κατάσταση για την εργατική τάξη της χώρας.



του Δημήτρη Γκόβα


 Η συμπίεση του εργατικού κόστους στα άκρα και κάτω από τα όρια της δυνατότητας αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης και επιβίωσης της μεγάλης πλειοψηφίας των εργαζόμενων, οδηγεί σε εκείνο το σημείο όπου, εκ των πραγμάτων, η εργαζόμενη πλειοψηφία έρχεται αντιμέτωπη με τα στοιχειώδη ερωτήματα και διλήμματα της ταξικής πάλης: Zωή ή μισοεπιβίωση και εξαθλίωση; Αξίζει να συνεχίσουμε έτσι ή μπορεί να πάει αλλιώς και πώς; Βαρβαρότητα και κοινωνικός κανιβαλισμός σε όλα τα επίπεδα ή ανατροπή για άλλη ζωή και μέλλον;

Τα ερωτήματα αυτά παύουν να είναι αφηρημένα, φιλοσοφικά ή μειοψηφικά όταν η τεράστια πλειοψηφία των ανθρώπων «δεν έχει να χάσει τίποτα» πια, εκτός από έναν –αβέβαιο για πόσο ακόμα λόγω και της εκρηκτικής ανεργίας– μισθό των 400 ή 500 ευρώ καθαρά το μήνα, όσα δηλαδή το επίδομα ανεργίας πρωτού οι βάρβαροι και στυγνοί οικονομικοί δολοφόνοι του κεφαλαίου και των κυβερνήσεών του το καθηλώσουν στα 350 ευρώ. Αλήθεια, τι έχει να χάσει ένας νέος άνθρωπος, όταν αυτό που του επιφυλάσσει ο υπαρκτός καπιταλισμός είναι στην καλύτερη (!) περίπτωση έναν μισθό 300 ή 400 ευρώ, εφόσον είναι από τους πολύ τυχερούς που θα βρουν δουλειά, όταν το ποσοστό ανεργίας στη νεολαία προσεγγίζει το 50%;

Από την 1η Μαρτίου μειώθηκαν κατά 22% οι κατώτατοι μισθοί και τα ημερομίσθια σε 360.000 εργαζομένους της χώρας που αμείβονται με την Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας. Η μείωση για τους νέους κάτω των 25 ετών είναι 32% του σημερινού κατώτατου μισθού. Βέβαια, δεκάδες χιλιάδες μισθοί έχουν ήδη μειωθεί, καθώς πάρα πολλοί εργοδότες προχώρησαν όλους τους τελευταίους μήνες σε αναπροσαρμογή των μισθών προς τα κάτω, μέσω ατομικών συμβάσεων, παράνομων μειώσεων, απλήρωτης εργασίας και τη μονομερή εφαρμογή της εκ περιτροπής εργασίας. Η πολιτική της κυβέρνησης του μαύρου μετώπου, της ΕΕ, του ΔΝΤ και του ΣΕΒ είναι καλά σχεδιασμένη και δεν αφήνει κανένα περιθώριο. Πέρα από τις νομοθετικές μειώσεις των μισθών, καταργεί και αυτό το δικαίωμα της διαπραγμάτευσης, ακόμα και την έννοια της «ελεύθερης αγοράς» που ήταν υποτίθεται η πεμπτουσία του καπιταλισμού που θα ρύθμιζε την οικονομία. Καταργεί τις κλαδικές συλλογικές συμβάσεις, ακυρώνει διά νόμου τη δυνατότητα συλλογικής διαπραγμάτευσης και συμφωνίας, επιβάλλοντας παντού τη βαριά μπότα της αντεργατικής πολιτικής του κεφαλαίου, της ΕΕ και των πολιτικών τους εκπροσώπων. Αφού για 1 χρόνο η κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ δεν υπέγραφε την κήρυξη ως υποχρεωτικών δεκάδες κλαδικές συμβάσεις, ψήφισε στα τέλη του 2011 το περιβόητο άρθρο 37 που καταργούσε και νομικά την επέκτασή τους και σε επιχειρήσεις που οι εργοδότες τους δεν ανήκουν σε εργοδοτικές ομοσπονδίες και σωματεία. Και τώρα τις καταργεί εντελώς. Οι κλαδικές και ομοιοεπαγγελματικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας αποτελούν πλέον «πουκάμισο αδειανό» και επίσημα, με τη λήξη της μετενέργειας των συμβάσεων στο πέρας του τριμήνου μετά την απόφαση του υπουργικού συμβουλίου, δηλαδή στις 14 Μαΐου 2012. Τότε, η μεγάλη πλειοψηφία των κλαδικών συμβάσεων θα πάψει να ισχύει, δίνοντας τη δυνατότητα να περάσουν οι εργαζόμενοι σε καθεστώς καθήλωσης των αποδοχών στα όρια του βασικού μισθού της μισθολογικής κλίμακας που ανήκουν στην προηγούμενη ισχύουσα υποχρεωτική κλαδική σύμβαση και με καταργημένα όλα σχεδόν τα επιδόματα (γάμου, ταμείου, γλώσσας κ.λπ.). Οι κλαδικές και ομοιοεπαγγελματικές συμβάσεις έως τώρα καθόριζαν το ύψος των αμοιβών για το 75% των επιχειρήσεων στον ιδιωτικό τομέα. Δεν τους φτάνει όμως ούτε αυτό. Το υπουργικό συμβούλιο, με απόφασή του δίνει τη δυνατότητα για τροποποιητικές ατομικές συμβάσεις κάτω και από αυτά τα τελευταία όρια, με μόνο όριο το βασικό μισθό της εθνικής συλλογικής σύμβασης, δηλαδή καθαρά λίγο κάτω από 500 ευρώ! Σημειώνεται ότι μόλις το 30% των επιχειρηματιών είναι εγγεγραμμένοι σε κάποιο εργοδοτικό σωματείο ή ομοσπονδία, ενώ ήδη αυτή την εβδομάδα άρχισαν να αποχωρούν κατά δεκάδες και αυτοί από τις ενώσεις τους, με αποτέλεσμα περίπου 2 εκατ. εργαζόμενοι να δουν τους μισθούς τους να συρρικνώνονται στα όρια της εθνικής σύμβασης με μειώσεις που τελικά ξεπερνούν το 40%. Συνολικά, τα μέτρα που αποφασίστηκαν και ψηφίστηκαν τις τελευταίες εβδομάδες αφορούν 4 εκατομμύρια εργαζόμενους που απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα. Και φυσικά το 1 και πλέον εκατομμύριο άνεργους...
Όλα αυτά έχουν προφανώς καταστροφικά οικονομικά αποτελέσματα για τη συντριπτική πλειοψηφία του κόσμου της δουλειάς. Όμως δεν υπάρχει μόνο η οικονομική πλευρά, καθώς βασικό ζητούμενο για το κεφάλαιο είναι η πλήρης υποταγή της εργατικής τάξης. Με βίαιο τρόπο προωθείται ο κατακερματισμός της αγοράς εργασίας σε επίπεδο μονάδας και ατόμου, καθώς ήδη η πρακτική της εργοδοσίας που θα ενταθεί, είναι ο εκβιασμός της υπογραφής ατομικών συμβάσεων εργασίας, με την τρομοκρατία της ανεργίας ή της μονομερούς εφαρμογής εργασίας με 2 και 3 μέρες δουλειά την εβδομάδα και αντίστοιχες αποδοχές, να κρέμεται πάνω από κάθε εργαζόμενο. Αυτός ο κατακερματισμός, η εξατομίκευση, η διάλυση κάθε συλλογικής στάσης και διαπραγμάτευσης, το τσάκισμα της δυνατότητας διεκδικήσεων, είναι μια βασική πλευρά που επιδιώκει το κεφάλαιο για να εξασφαλίσει το μέλλον της κερδοφορίας του. Και σε αυτή την πλευρά θα κριθεί πρώτα απ’ όλα το ίδιο το εργατικό και συνδικαλιστικό κίνημα. Ο αντίπαλος κινήθηκε αποφασιστικά, στρατηγικά, δημιουργώντας απότομα και βίαια μια νέα κατάσταση. Ή το εργατικό κίνημα θα δει την κατάσταση αυτή ως μια απαραίτητη νέα αρχή, ένα «σημείο μηδέν» για να ανασυγκροτηθεί ταξικά σε εντελώς νέες βάσεις ή θα γονατίσει με τακτικούς ελιγμούς ήττας.

Οι ταξικές δυνάμεις οφείλουν να δώσουν καταρχάς τη μάχη των συλλογικών συμβάσεων σε κάθε κλάδο, με νέους όρους, τοποθετώντας στο κέντρο της διεκδίκησης τις ανάγκες των εργαζόμενων και φυσικά με κάθετη αντίθεση σε οποιαδήποτε μείωση αποδοχών. Ωστόσο, είναι φανερό ότι ένα νέο πεδίο δοκιμασίας ανοίγεται για τους εργαζόμενους και τα συνδικάτα το επόμενο διάστημα, που δεν είναι άλλο από την «επιστροφή» και την οργάνωση στους χώρους δουλειάς. Κάθε επιχείρηση, μικρή ή μεγάλη, κάθε εργοστάσιο, γραφείο και κατάστημα πρέπει να γίνει τόπος συλλογικής συζήτησης, συλλογικής οργάνωσης και αντίστασης των εργαζόμενων. Κανείς να μην υπογράψει την καταδίκη του μέσω ατομικής σύμβασης. Δεν υπογράφουμε! Σε κάθε επιχείρηση χρειάζεται από σήμερα κιόλας να γίνουν συνελεύσεις εργαζομένων, όπου θα σχεδιαστεί η αντίσταση στα σχέδια της εργοδοσίας, η διεκδίκηση συλλογικής σύμβασης σε επίπεδο κλάδου και επιχείρησης.

Οι συσχετισμοί μπορούν και πρέπει να αλλάξουν τώρα μέσα στους χώρους δουλειάς. Αυτός είναι ο μόνος δρόμος για να μην φτάσουμε στην εξαθλίωση. Ας αλλάξει ο φόβος στρατόπεδο, περνώντας από τους εργαζόμενους στα αφεντικά, τα οποία φοβούνται πάνω απ’ όλα τη συλλογική απάντηση και την αμφισβήτηση των κερδών τους. Οι εργαζόμενοι δεν έχουν πια να χάσουν τίποτα. Έχουν να κερδίσουν όμως έναν ολόκληρο κόσμο. 

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η πολιτική της εξαθλίωσης και της τρομακτικής έντασης της εκμετάλλευσης των εργαζόμενων είναι μια συνολική απάντηση του υπαρκτού καπιταλισμού στη βαθιά κρίση του. Πολιτική που οδηγεί σε ιστορικών διαστάσεων αλλαγές στο σώμα της εργατικής τάξης και συνολικά στην κοινωνία. Είναι επίσης φανερό ότι η πολιτική αυτή πρέπει να αμφισβητηθεί συνολικά, να ανατραπεί. Και ακριβώς τώρα είναι η ώρα για μια ριζική ανασυγκρότηση του κινήματος των εργαζόμενων, ώστε να μπορέσει να δώσει τον πολιτικό αγώνα που απαιτείται για την ανατροπή των μέτρων, της επίθεσης συνολικά, του ίδιου του συστήματος της εκμετάλλευσης.

Από αυτή τη σκοπιά, προκαλεί μάλλον γέλιο και σίγουρα οργή η στάση της ΓΣΕΕ, που εκτός από μια συναυλία στο Σύνταγμα τη μέρα ψήφισης των εφαρμοστικών νόμων, απαντάει με ...προσφυγή στο Συμβούλιο της Επικρατείας, ζητώντας την ακύρωση της υπουργικής πράξης που μειώνει μισθούς και καταργεί συμβάσεις! Ακόμα και υπογραφή κλαδικών συμβάσεων με μειώσεις από 5% έως 20% επιδιώκουν οι διοικήσεις κάποιων ομοσπονδιών και σωματείων, κυρίως εργοδοτικών...

Οι ταξικές δυνάμεις, η Aριστερά συνολικά, κάθε εργαζόμενος, πρέπει τώρα να βάλουν μπροστά το συλλογικό, την κοινή απάντηση, τη συλλογική αντίσταση και πάλη με κάθε μέσο που μπορεί να βάλει φρένο στις εργοδοτικές επιδιώξεις, στην τρομοκρατία του κεφαλαίου. Να δημιουργήσουμε τα δικά μας όργανα πάλης, αξιοποιώντας όλο τον πλούτο των μορφών αγώνα, αλληλεγγύης και διεκδίκησης. Τώρα χρειάζεται ένα πραγματικό νέο Σικάγο της εποχής μας.